ἄλιθος

ἁλικάκαϐον

Ἁλικαρνασεύς
ἁλι·κάκαϐον, ου (τὸ) sorte de morelle (p.-ê. Physalis alkekengi L.) plante, Diosc. 2, 209 ; 4, 72, etc.
Étym. ἅλς, κάκαϐος.