Ἁλιζῶνες

ἁλίζωνος

ἁλίζωος
ἁλί·ζωνος, ος, ον [] entouré ou bordé par la mer, Anth. 7, 218 ; Nonn. D. 48, 199.
Étym. ἅλς, ζώνη.