Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ληθαργέω-ῶ
ληθαργία
ληθαργικός
ληθαργία,
ion.
ληθαργίη,
ης
(
ἡ
)
léthargie,
Hpc.
484, 17, etc.
Étym.
λήθαργος
.