Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ληθαργία
ληθαργικός
λήθαργος
ληθαργικός,
ή, όν,
léthargique,
Hpc.
137
b
;
Anth.
9, 147
.
Étym.
λήθαργος
.