Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λήθαργος
ληθαργώδης
ληθεδανός
ληθαργώδης,
ης, ες,
léthargique,
Diosc.
Th.
15 ;
Gal.
7, 153
.
Étym.
λήθαργος
,
-ωδης
.