Ἀρχιδαμία

Ἀρχιδαμίδας

Ἀρχιδάμιος
Ἀρχιδαμίδας, ου () [ῐδᾱ] Arkhidamidas, h. Plut. Lyc. 20, etc.
Étym. patr. d’Ἀρχίδαμος.