Ἀρχιδάμιος

Ἀρχίδαμος

ἀρχιδεσμοφύλαξ
Ἀρχί·δαμος, ου () [ῐᾱ] Arkhidamos, roi de Lacédémone, Thc. 1, 79, etc. ||
E Ion. et att. Ἀρχίδημος, Hdt. 6, 71 ; 8, 131.
Étym. ἄρχω, δᾶμος dor. c. δῆμος.