ἐφάλλομαι

Ἐφαλλοχύτρας

ἔφαλμος
Ἐφαλλο·χύτρας () [ρᾱ] Saute-sur-la-marmite, n. d’un parasite, Alciphr. 3, 64 conj.
Étym. ἐφάλλομαι, χύτρα.