Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
γεννάδας
Γεννάδιος
γενναιοπρεπῶς
Γεννάδιος,
ου
(
ὁ
) [
ᾰ
] Gennadios,
n. d’h.
Anth.
11, 280
.