Γόργασος

Γόργειος

γοργεύομαι
Γόργειος, α, ον, de Gorgô (de Gorgone) Il. 5, 741 ; Od. 11, 634 ; τὸ Γόργειον (s. e. πρόσωπον), Cic. Att. 4, 16, tête de Gorgone.
Étym. Γοργώ.