Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κάδ
Καδανάδης
καδδαλέομαι-οῦμαι
Καδανάδης,
ου
(
ὁ
) [
ᾱᾰᾰ
] fils de Kadanos,
Anth.
App.
11
.