Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λαμπρολογέω-ῶ
Λαμπρόμαχος
λαμπροπυρσόμορφος
Λαμπρό·μαχος,
ου
(
ὁ
)
[
ᾰ
] Lampromakhos,
h.
Pd.
O.
9, 90
.
Étym.
λ. μάχομαι
.