μηλίς

Μηλίς

μηλίτης οἶνος
Μηλίς, ίδος, adj. f. Μ. αἶα, Call. Del. 287 ; Μ. γῆ, ou simpl. ἡ Μ. Hdt. 7, 198 ; 8, 31, le territoire de Mèlis, la Mélide, contrée de Thessalie ; Μ. λίμνη, Soph. Tr. 636, c. Μηλιεὺς κόλπος.
Μηλίς, ίδος, adj. f. de Mèlos : Μ. γῆ, El. V.H. 2, 2, ou subst. ἡ Μηλίς, Plut. M. 58d, c. Μηλία γῆ, v. Μήλιος.
Étym. Μῆλος.
*Μηλίς, dor. Μαλίς, ίδος () [] Mâlis, nymphe, Thcr. Idyl. 13, 45.