Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
Πειθίας
Πειθόλαος
Πειθόλας
Πειθό·λαος,
ου
(
ὁ
) [
ᾱ
] Peitholaos,
h.
Arstt.
Rhet.
3, 9, 10
.
Étym.
πείθω, λαός
.