Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πειθηνίως
Πειθήνωρ
Πειθιάνασσα
Πειθ·ήνωρ,
ορος
(
ὁ
) Peithènôr,
h.
Anth.
12, 64
.
Étym.
cf.
πειθάνωρ
.