Στειριακός

Στειριεύς

Στεῖρις
Στειριεύς, έως, () originaire ou habitant du dème Steiria (auj. ruines de Pórto Ráfti) de la tribu Pandionide, Xén. Hell. 4, 8, 25 ; Eschn. 3, 195 ; Lys. 16, 5 Baiter-Sauppe.