Τιμοκλῆς

Τιμοκράτης

τιμοκρατία
Τιμο·κράτης, ους () [ῑᾰ] Timokratès, h. Thc. 3, 105 ; Xén. Hell. 1, 7, 3, etc. ||
E Voc. Τιμόκρατες, Xén. Hell. 7, 1, 13, etc.
Étym. τιμή, κράτος.