Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδένδρεος
ἄδενδρος
ἀδενοειδής
ἄ·δενδρος,
ος, ον,
sans arbres,
Pol.
3, 55, 9 ;
DH.
1, 37
.
Étym.
ἀ, δένδρον
.