Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀκαταλλήλως
ἀκατάλυτος
ἀκαταλύτως
ἀ·κατάλυτος,
ος, ον
[
ῠ
] indissoluble,
DH.
10, 31 ;
NT.
Hebr.
7, 16
.
Étym.
ἀ, καταλύω
.