Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀκινδύνως
ἀκινήεις
ἀκινησία
ἀ·κινήεις,
ήεσσα, ῆεν
(
ἡ
) [
ῑ
] immobile,
Nic.
Al.
436
.
Étym.
ἀ, κινέω
.