Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀκοίμιστος
ἀκοινονόητος
ἄκοινος
ἀ·κοινο·νόητος,
ος, ον,
qui n’a pas le sens commun,
A. Gell.
12, 12
.
Étym.
ἀ, κοινός, νοέω
.