Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀλυσμός
ἀλυσμώδης
ἄλυσσον
ἀλυσμώδης,
ης, ες
[
ᾰ
] agité, inquiet,
Hpc.
Coac.
167
.
Étym.
ἀλυσμός, -ωδης
.