Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἄμαλα
ἀμαλακιστία
ἀμάλακτος
ἀ·μαλακιστία,
ας
(
ἡ
) [
μᾰλᾰ
] fermeté, force,
DS.
4, 35
.
Étym.
ἀ, μαλακίζω
.