Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀμεθέλκτως
ἀμεθεξία
ἀμεθόδευτος
ἀμεθεξία,
ας
(
ἡ
) non-participation à une chose,
Corn.
35
.
Étym.
ἀμέθεκτος
.