Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀμέθυσος
ἀμέθυστινος
ἀμέθυστος
ἀμέθυστινος,
η, ον
[
ᾰ
] d’améthyste,
Luc.
V.H.
2, 11
.
Étym.
ἀμέθυστος
.