ἀμφίμαλλος

ἀμφιμάομαι

ἀμφιμάρπτω
ἀμφι·μάομαι (seul. ao. ind. 3 pl. ἀμφεμάσαντο, Q. Sm. 9, 428, et impér. 2 pl. ἀμφιμάσασθε, Od. 20, 152) [μᾰσ] essuyer tout autour.