Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀναίτητος
ἀναιτιολόγητος
ἀναιτιολογήτως
ἀν·αιτιολόγητος,
ος, ον,
dont on ne peut dire la cause,
Diosc.
Th.
1, p. 417 ;
A. Aphr.
Probl.
1, 52
.
Étym.
ἀν-
,
αἰτιολογέω
.