Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀναστέλλω
ἀνάστεμα
ἀναστενάζω
ἀνάστεμα,
ατος
(
τὸ
) forme
réc.
c.
ἀνάστημα,
Spt.
Judith
9, 10 ;
12, 8 ;
Aqu.
3 Reg.
6, 10
.