ἀγκύριον

ἀγκυροϐολέω-ῶ

ἀγκυροϐόλιον
ἀγκυρο·ϐολέω-ῶ [] jeter l’ancre, d’où fixer solidement, Hpc. 279, 53.
Étym. ἄγκυρα, -ϐολος de βάλλω.