Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀνομοιοείδεια
ἀνομοιοειδής
ἀνομοιοκατάληκτος
ἀν·ομοιοειδής,
ής, ές,
d’espèce différente,
Arstt.
Nic.
9, 1, 1
.
Étym.
ἀν-, ὁ.