Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀνωμολόγητος
ἀνωμοτί
ἀνώμοτος
ἀνωμοτί
[
ῑ
]
adv.
sans jurer,
Hdt.
2, 118
.
Étym.
ἀνώμοτος
.