Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀπαργυρόω-ῶ
ἀπαρέγκλιτος
ἀπαρεγκλίτως
ἀ·παρέγκλιτος,
ος, ον
[
ῐ
] inflexible, immuable,
Gal.
4, 669 ;
12, 502 ;
Jambl.
V. Pyth.
13
.
Étym.
ἀ, παρεγκλίνω
.