ἀφορμιάω-ῶ

ἀφορμίζομαι

ἀφόρμικτος
ἀφ·ορμίζομαι (seul. ao. sbj. 2 sg. -ίσῃ ; conj. -ίσῃς, c. de ἀφορμίζω) faire sortir du port (ses vaisseaux) Eur. I.T. 18.