Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀπιδιάζω
ἀπιδιαστικός
ἀπίδιον
ἀπιδιαστικός,
ή, όν,
de solitude, de retraite,
Bas.
2, 345
.
Étym.
ἀπιδιάζω
.