Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀποφάσκω
ἀποφατικός
ἀποφατικῶς
ἀποφατικός,
ή, όν
[
φᾰ
] négatif,
p. opp. à
καταφατικός,
Arstt.
An. pr.
1, 1
etc.
Étym.
ἀπόφημι
.