ἀπρόσδεικτος

ἀπρόσδεκτος

ἀπροσδιόνυσος
ἀ·πρόσδεκτος, ος, ον, inadmissible, Sext. P. 2, 229, etc.
Étym. ἀ, προσδέχομαι.