ἀρτοποιός

ἀρτοποπέω-ῶ

ἀρτοποπής
ἀρτο·ποπέω-ῶ, cuire du pain, Phryn. com. 2-1, 591, 11 Mein.
Étym. ἀρτοπόπος ; cf. ἀρτοκοπέω.