ἀθλοσύνα

ἀθλοφόρος

Ἀθμονεύς
ἀθλο·φόρος, ος, ον, qui remporte le prix de la lutte, Il. 9, 124 ; Pd. O. 7, 12 ||
E Ion. ἀεθλ. Il. 22, 22 ; Hdt. 1, 31.
Étym. ἆθλον, φέρω.