Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βλέπησις
βλέπος
βλεπτέον
βλέπος,
εος-ους
(
τὸ
) regard,
Ar.
Nub.
1176 ;
Thcr.
Idyl.
23, 12
.
Étym.
βλέπω
.