Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βοόκτιτος
βοοπρόσωπος
βοορραίστης
βοο·πρόσωπος,
ος, ον,
à face de bœuf,
Porph.
Abst.
3, 16, p. 250
.
Étym.
βοῦς, πρόσωπον
.