Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
χοροπαίκτης
χοροπλεκής
χοροποιός
χορο·πλεκής,
ής, ές,
qui entrelace les évolutions du chœur,
Nonn.
D.
6, 49 ;
14, 33,
etc.
Étym.
χ. πλέκω
.