χοροστάς

χοροστασία

χοροστατέω-ῶ
χοροστασία, ας () [στᾰ] formation de chœurs, d’où chœur, danse, Anth. 7, 613 ; 9, 603 ; au plur. Call. L. Pall. 66.
Étym. χοροστάτης.