Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
χοροστάτης
χοροστατική
χοροτερπής
χοροστατική,
ῆς
(
ἡ
) (
s. e.
τέχνη
) l’art de former un chœur,
Mén. rhét.
9, 196 W.
Étym.
χοροστάτης
.