Δαμναμενεύς

δαμνάω-ῶ

Δαμνεύς
δαμνάω-ῶ, c. δαμάζω, seul. prés. ind. 2 sg. δαμνᾷς (sel. d’autres δάμνασαι), Thgn. 1388 ; 3 sg. -νᾷ, Od. 11, 221 ; impér. 2 sg. δάμνα, Sapph. 1, 3. Impf. 3 sg. ἐδάμνα, Il. 5, 391 ; 21, 270 ; ou δάμνα, Il. 16, 103. Impf. itér. 3 sg. δάμνασκε, Hh. 4, 251.