Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
δασμολογέω-ῶ
δασμολογία
δασμολόγος
δασμολογία,
ας
(
ἡ
)
perception d’un impôt,
Plut.
Ant.
23
.
Étym.
δασμολόγος
.