δασμοφορέω-ῶ

δασμοφόρος

δασμοφῶν
δασμο·φόρος, ος, ον, tributaire, Hdt. 3, 97 ; 6, 48, etc. ; τινί, Hdt. 7, 51 ; Xén. Cyr. 7, 5, 79, de qqn.
Étym. δασμός, φέρω.