δάσομαι

δάσος

δάσοφρυς
δάσος, εος-ους (τὸ)
1 bois touffu, fourré, Str. 821 ; El. N.A. 7, 2 ||
2 poil touffu, aspect velu, Alciphr. 3, 28.
Étym. δασύς.