Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαϐλέπω
διαϐλητέος
διαϐλήτωρ
διαϐλητέος,
α, ον,
vb. de
διαϐάλλω
,
Tat.
Or. ad Græc.
4, 813
b
Migne ;
neutre
διαϐλητέον
,
Clém.
445 ;
Chrys.
5, 167
.