Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διάδεσμα
διάδεσμος
διαδεσμόω-ῶ
διά·δεσμος,
ου
(
ὁ
)
bandage,
Hpc.
237, 12 ;
Arét.
Cur. m. acut.
1, 9
.
Étym.
διά, δεσμός
.