Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διακαυτέον
διακαῶς
διακέαται
διακαῶς
[
κᾰ
]
adv.
ardemment,
Alciphr.
1, 27 ;
A. Tr.
12, 695
.
Étym.
διακαής
.